Διήγημα
Γράφει ο: Ευθύμιος Χαρ. Ταλάντης
Αίθουσες απρόσωπες, ψυχές, παγερές σαν κολώνες, με παντελή έλλειψη δομικής επικάλυψης. Σκέτο εμφανές μπετό χρωματισμένο με λευκό και γκρίζο πλαστικό. Τα παράθυρα βαριά, χοντρά πράσινα λαδομπογιατισμένα κάγκελα χωρίς παντζούρια κι αμπάρες παντού!… Ψυχοπλάκωμα στην κυριολεξία!… Μόνο απ’ τις κινηματογραφικές ταινίες είχα αντίληψη περί του χώρου των φυλακών!…Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά απ’ τις ταινίες, με το να βρεθείς πίσω απ’ τα κάγκελα, ανεξάρτητα το λόγο για τον οποίο βρίσκεσαι εκεί.
Φυλακή!…Παράξενος χώρος για τους πολλούς, τους απ’ έξω δηλαδή. Φορτωμένος με χιλιάδες μύθους. Φήμες ανακατωμένες μ’ αλήθειες και ψέματα!.. Υπερβολές, αλλά και συμβάντα που ξεπερνούν τη φαντασία και του πιο αλαφροΐσκιωτου στοχαστή. Εμπειρίες φοβερές!…Η εναλλαγή συναισθημάτων σε συνεχή ροή, ορμητικά ποτάμια που ξεχύνονται μετά την καταιγίδα.
Το Σάββα το γνώρισα σ’ ένα τέτοιο χώρο. Απ’ την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας είχα επισημάνει κάτι διαφορετικό πάνω του. Το βλέμμα απλανές!…Ακυβέρνητο στο διάστημα, έδειχνε σα να βασανίζεται απ’ το πουθενά. Μόνο το σώμα ήταν στην αίθουσα κι αυτό πρόωρα γερασμένο. Φαινόταν τουλάχιστον τα διπλάσια χρόνια κι ας μην ήταν παραπάνω από είκοσι πέντε χρονών. Είχε χάσει τη σπιρτάδα της νιότης του.
- «Σάββας, φοιτητής γεωπονικής, και δεν έχω καμιά γνώση υπολογιστών» είπε ξερά, σχεδόν νωχελικά, όταν ήρθε η σειρά του να αυτοσυστηθεί.
- «Ωραία!…» είπα, με συγκαταβατικό ύφος, δίνοντάς του να καταλάβει πως δεν ήταν απαραίτητο να έχει εκ των προτέρων κάποιες γνώσεις.
Με τον Ηλία τον Κατραμάτο είχαμε αναλάβει από κοινού την εκπαίδευση των κρατουμένων, πάνω στις νέες βασικές δεξιότητες με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας, που διεξαγόταν στο νεόδμητο σωφρονιστικό κατάστημα κράτησης βαρυποινιτών στο Μαλανδρίνο.
Πρόκληση για μένα ένας τέτοιος χώρος!…Είχα ανταποκριθεί θετικά στην ανακοίνωση που είχε βάλει Κρατικός φορέας σε τοπική εφημερίδα, προς αναζήτηση εκπαιδευτών για το συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Η πρώτη ημέρα, απ’ τις πιο χαρακτηριστικές στη ζωή μου. Ο Ηλίας, μου ’χε παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία κι έπρεπε να βγάλω τα κάστανα απ’ τη φωτιά.
Τρεις σωφρονιστικοί, όρθιοι στα δύο βήματα μπροστά μου, τάχα για την προστασία μου, με κοιτούσαν μ’ απορία στα μάτια. Περίμεναν ν’ ακούσουν τι έχω να πω σ’ αυτά τα «αποβράσματα της κοινωνίας». Δέκα κρατούμενοι από κάτω, με γραδάρανε με τα μάτια από πάνω ως κάτω, για να κόψουν τι κουμάσι είμαι!…Ένιωθα την ενέργεια που εκπέμπονταν απ’ τα μάτια ολονών, στην προσπάθειά τους να ακτινογραφήσουν τα εσώψυχά μου.
Για μεν τους σωφρονιστικούς ήμουν ένας επιπρόσθετος μπελάς!…Αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να επιφορτιστούν με την ασφάλειά μου, ενώ με’βλεπαν με μια δόση καχυποψίας, ίσως ως ένα εν δυνάμει βαποράκι που εισέβαλε στο άβατό τους. Για δε τους κρατούμενους, η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία ήταν εξίσου εμφανείς. Γι αυτούς ενδεχομένως και να ήμουν απλά ένας χαφιές της διοίκησης.
Καλούμουνα να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων και να τοποθετήσω τον εαυτό μου στο επίπεδο ακριβώς που υπαγόρευε ο λόγος της παρουσίας μου σε’κείνο το χώρο, δηλαδή, να μεταδώσω γνώσεις πάνω στις βασικές δεξιότητες με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και τίποτα παραπάνω.
Μέσα σε ένα τέτοιο χώρο ήμουν προετοιμασμένος, τουλάχιστον θεωρητικά, πως θα συναντούσα κάθε καρυδιάς καρύδι. Για εκείνο που δεν με είχε προετοιμάσει κανείς, ήταν πως εκεί μέσα θα συναντούσα και ανθρώπους, κι ευτυχώς για μένα το συνειδητοποίησα απ’ την πρώτη κιόλας επαφή.
Η θεία της γυναίκας μου ήταν κατηγορηματική, όταν έμαθε πως θα ξεκινούσα μαθήματα στη φυλακή. «παιδάκι μου μην αφήσεις τον άντρα σου να πάει εκεί μέσα!…Δόξα το Θεό τη δουλειά του την έχει, χρήματα βγάζει, δεν έχετε οικονομική ανάγκη, είναι επικίνδυνα εκεί μέσα με τόσους κακούργους!… Ακούς τι σου λέω, μην τον αφήσεις!…» έλεγε στη γυναίκα μου. Εκείνη, παρά τους όποιους αρχικούς ενδοιασμούς, δεν έφερε καμιά αντίδραση στην απόφασή μου.
Βέβαια δεν είχε δίκιο η θεια, αλλά ούτε κι άδικο!…Πράγματι δεν αντιμετώπιζα βιοποριστικό πρόβλημα για να αναζητήσω δουλειά απελπισίας, μια δουλειά που θα έβαζε σε κίνδυνο τη σωματική μου ακεραιότητα, ή σε δοκιμασία και ταλαιπωρία τη ψυχική μου διάθεση. Ήταν μάλλον μια αυθόρμητη απόφαση που την πήρα αβασάνιστα.
Ακόμα και τούτη την ώρα στο εξομολογητήριο της ψυχής, όπου χαράζω αυτές τις γραμμές, δεν έχω καταλήξει τι ακριβώς ήταν εκείνο που βάρυνε περισσότερο στην απόφασή μου να ενδώσω στην πρόκληση. Ήταν ο επιπλέον μπουναμάς στον οικογενειακό κουρβανά; Ήταν η περιέργεια για το άβατο των πολλών; Ήταν η χαρά της προσφοράς;…η ικανοποίηση της διδασκαλίας; Ή όλα αυτά μαζί;
Πάντως ό,τι και να μέτρησε περισσότερο, εκείνο που’χε σημασία, ήταν πως έπρεπε να υπερβώ τον εαυτό μου και να μπω σε χωράφια δύσβατα. Καλούμουν να μεταδώσω γνώσεις για ένα γνωσιακό αντικείμενο, το οποίο ναι μεν κατείχα καλά, αλλά δεν είχα εμπειρία στην εκπαίδευση.
Οι συζητήσεις που είχαμε με τη διοίκηση του σωφρονιστικού καταστήματος, σχετικά με τις συμπεριφορές των κρατουμένων, μάλλον με μπέρδεψαν περισσότερο παρά μου ξεδιάλυναν το τοπίο μπροστά μου. Μόνο όταν, πολύ αργότερα, συμμετείχα σε πολύωρα σεμινάρια πάνω στην εκπαίδευση ενηλίκων κι ιδιαίτερα σε τέτοιες ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, αντιλήφθηκα πως το ένστικτο μ’ είχε οδηγήσει σωστά στα δύσβατα μονοπάτια της εκπαίδευσης των ενηλίκων.
Η ομάδα εκπαίδευσης ήταν αυστηρά προκαθορισμένη στα δέκα άτομα και η επιλογή είχε γίνει απ’ τη διοίκηση του σωφρονιστικού καταστήματος. Τα κριτήρια, προφανώς είχαν να κάνουν με τη συμπεριφορά του καθενός στο διάστημα κράτησης.
Ο Σάββας, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, μετρίου αναστήματος με κοντά μαύρα μαλλιά, στην αρχή δεν είχε κανένα ενδιαφέρον!…Εκτελούσε μηχανικά τις όποιες ασκήσεις λες κι έκανε αγγαρεία. Ίσως και να’ταν πραγματικά αγκαρία γι’ αυτόν η συμμετοχή στο πρόγραμμα εκπαίδευσης. Με τον Ηλία είχαμε κάνει το σχετικό σχόλιο για αυτόν, απ’ την πρώτη μέρα που ήρθαμε σε επαφή με τους κρατούμενους. Δεν ήταν δα δύσκολο να αντιληφτεί κανείς πως είχε να κάνει με εξαρτημένο από ουσίες άτομο και μάλιστα ακραία περίπτωση. Ακόμα κι εμείς που δεν είχαμε εμπειρία από ναρκομανείς το αντιληφθήκαμε.
Ναρκωτικά!… Μεγάλη κουβέντα!…Κι ακόμα μεγαλύτερη για αυτούς που έχουν εγκλωβιστεί στον ιστό της αράχνης. Από πού να φυλαχτείς και πώς να ξεφύγεις!…
Ο Σάββας, σαν τ’ αγρίμι πιασμένο στο δόκανο που περιμένει καρτερικά τη χαριστική βολή απ’ τους διώκτες του, για να εξιλεωθεί απ’ το μαρτύριο του πόνου, ήταν βυθισμένος στον μελαγχολικό κι ομιχλώδη κόσμο της εξάρτησης. Προσπαθούσε ν’ανασυγκολλήσει τα ψήγματα ενός λεηλατημένου εαυτού!…Έψαχνε εναγωνίως ένα χέρι να τον τραβήξει απ’ το βάλτωμα που διαρκώς τον χώνευε στην άβυσσο και δίχως καλά-καλά να το συνειδητοποιήσει βρέθηκε πίσω απ’ τα κάγκελα.
Ποτές μου δεν τον ρώτησα το πώς και το γιατί!…Κάποια πράγματα δεν τα ρωτάς. Αν ξεκλειδώσει ο άλλος από μόνος του το σεντούκι της καρδιάς του, θα’χεις την ευκαιρία να ανακαλύψεις, έναν αλλιώτικο κόσμο, διαφορετικό απ’ αυτόν το ψεύτικο, το μασκαρεμένο που ζούμε όλοι μας, για τον οποίο πιστέψαμε πως με την τεχνολογική ανάπτυξη βελτιώσαμε και την ποιότητα των ανθρώπων, ή πως θα το καταφέρουμε με την κλωνοποίηση!…Ουέ κι αλίμονο τι έχουν να δούνε ακόμα τα μάτια μας.
Με την πρόοδο των μαθημάτων, χαλάρωσε κάπως η στενή πολιορκία των σωφρονιστικών κι η ομάδα έγινε αμιγώς εκπαιδευτική. Οι εκπαιδευόμενοι μας είχαν αποδεχθεί πλήρως. Δεν παρείχαμε στείρα γνώση, ανούσια κι ανώφελη που θα κούραζε τους εκπαιδευόμενους, είχαμε προσαρμόσει την εκπαίδευση στις ανάγκες του καθενός κι αυτό αυγάτιζε το ενδιαφέρον για μάθηση.
Η συμπεριφορά επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό την αποδοχή μου απ’ την ομάδα. Δεν ήμουν ένας οποιοδήποτε εκπαιδευτής, ήμουν πρωτίστως ένας σύνδεσμος των εγκλείστων με τον απέξω κόσμο. Πολλές φορές στα μάτια μου προσπαθούσαν να δουν την κοινωνία. Μια κοινωνία που να μην τους πνίγει!…Αλλιώτικη απ’ αυτή που γνώριζαν, της ξεφτίλας, της ψευτιάς, της εφήμερης φιλίας, του συμφέροντος, της τζάμπα μαγκιάς, και του ξεχειλωμένου εγωισμού.
Δε διακατεχόμουν απ’ το βίτσιο της αυθεντίας που διακατέχονται αρκετοί εκπαιδευτικοί, προσπαθούσα να προσεγγίσω με πολύ προσοχή την όλη εκπαιδευτική διαδικασία, ώστε να γίνω αρχικά αποδεκτός απ’ τους κρατούμενους και τους σωφρονιστικούς, αλλά και αντάξιος του έργου για το οποίο με είχε επιλέξει ο Κρατικός φορέας που είχε την ευθύνη των προγραμμάτων. Δεν είχα καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για κάποιον άθλο, ή τουλάχιστον δεν πίστευα πως θα έκανα κάτι τέτοιο. Ήθελα απλά να σκύψω πάνω σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που η ζωή τους διέφερε κατά πολύ απ’ τη δικιά μου, να τους μεταδώσω γνώση και να τους κάνω να αισθανθούν πως ήταν ακόμα χρήσιμοι στην κοινωνία.
Τους χρήστες ουσιών, τους έβλεπα ως τα πλανεμένα άτομα στον κόσμο των παραισθήσεων, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν απ’ το «ψεύτικο κόσμο» των αισθήσεων. Το τέρας που λέγεται «Ναρκωτικά» δεν παλεύεται με ηθικολογίες και κούφια λόγια στον αέρα. Οι πράξεις είναι αυτές που δυναμώνουν την ελπίδα για ζωή!… Μια ζωή που χτίζει ο καθένας στα μέτρα του, φιλτράροντας, στο μέτρο του εφικτού, το σκάρτο απ’ το καθαρό, σε μια κοινωνία που τείνει να κάνει το άσπρο μαύρο γιατί πουλάει.
Στην εποχή της γνώσης και της τεχνολογίας, κάναμε την επικοινωνία απρόσωπη, απωλέσαμε ακόμα κι αυτή την έννοια της φιλίας, όπως την ξέραμε παλιά. Τότε που μοιραζόμασταν με το φίλο μας τους πόνους της ζωής, όπου μ’ ένα κομμάτι ψωμί κι ένα γυαλί κρασί κάναμε τα βάσανα τραγούδι και τα ντέρτια μοιρολόγι, για να καταντήσουμε σήμερα στο υποκατάστατο της βίζιτας στο ψυχαναλυτή.
Στο υπαρξιακό άγχος της μοναξιάς μας, ανατρέχουμε στην τηλεόραση για να γεμίσει κόσμο το σαλόνι μας, μόνο που η παρέα που διαλέγουμε είναι κι αυτή λειψή, έτσι συνωστίζονται στο σπιτικό μας, ανώμαλοι, τραβεστί, και τρίγωνα, γαλουχώντας τα παιδιά μας με τη διαφορετικότητα. Πόσο ανίσχυροι αλήθεια αισθανόμαστε από τη δύναμη της εικόνας, ώστε να μην μπορούμε να επιβληθούμε στους ίδιους μας τους βλαστούς, χωρίς να κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε απ’ τα πιο προσφιλή μας πρόσωπα ως αναχρονιστικοί, παλιομοδίτες και ξεπερασμένοι, άρα ασυζητητί απορριπτέοι.
Αν αναρωτιέται κανείς ποιους βολεύει αυτή η κατάσταση της έξαρσης των ναρκωτικών, της κατάπτωσης και της σαπίλας που διαρκώς διογκώνεται, δε θα χρειαστεί να βασανίσει αρκετά το κεφάλι του. Βολεύει όλους μας!… Ακόμα και μας που βλέπουμε και σιωπάμε, πιστεύοντας τάχα πως δεν έχουμε δύναμη να αλλάξουμε τα πράγματα. Καθόμαστε απαθέστατοι στην πολυθρόνα συμμετέχοντας με διανοητικές διεργασίες στον ψεύτικο κόσμο των αισθήσεων, κι όταν αναζητάμε κάτι διαφορετικό, το μόνο που μας μένει είναι αυτό του κόσμου των παραισθήσεων, γιατί κατεδαφίσαμε πατροπαράδοτες αξίες. Απορρίπτουμε το συνάνθρωπο όταν δεν μας είναι χρήσιμος, ή έτσι τουλάχιστον πιστεύουμε.
Αλλά πρόκειται για μεγαλείο όταν αναζητάς να αποκομίσεις πνευματικά οφέλη απ’ την υποτιθέμενη ασημαντότητα του άλλου. Έτσι απλά!…Γιατί είναι κι αυτός εικόνα Θεού.
Είχα καταφέρει να κινήσω το ενδιαφέρον του Σάββα, απλά και μόνο με το να του δώσω να αισθανθεί πως το θεωρούσα σημαντικό παράγοντα μέσα στην ομάδα, λόγω μόρφωσης. Τώρα το πόσο μορφωμένος ήταν; Αυτό δεν με ενδιέφερε καθόλου, μου αρκούσε το ό,τι δήλωνε φοιτητής γεωπονικής.
Είχαμε φτάσει περίπου στη μέση του εκπαιδευτικού προγράμματος, όταν μια μέρα ο Σάββας δεν προσήλθε στο μάθημα. Στην απορία μου για την απρόσμενη απουσία, πληροφορήθηκα απ’ τους συγκρατούμενούς του, πως του είχε επιβληθεί πειθαρχική ποινή και για το λόγω αυτό αποκλειόταν από το πρόγραμμα!…Η διοίκηση της φυλακής δεν μας είχε ενημερώσει και δε γνωρίζαμε γι’ αυτή τη μεταβολή.
Οι κρατούμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα, απολάμβαναν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Οι ημέρες συμμετοχής τους υπολογίζονταν ως «μεροκάματα» τα οποία συνυπολογίζονταν στον όλο χρόνο κράτησης. Κάτι σαν κίνητρο, αφενός μεν για τη συμμετοχή, αφετέρου δε για τη συμπεριφορά τους εντός του χώρου της φυλακής.
Ρώτησα να πληροφορηθώ το παράπτωμα του Σάββα, που επέσυρε πειθαρχική ποινή και τον αποκλεισμό του από το πρόγραμμα.
- «Τον έπιασαν με είκοσι κιλά κρασί!…» μου είπε συγκρατούμενός του απ’ την ίδια πτέρυγα.
- «Πού το βρήκε;» ρώτησα αφελέστατα.
- «Το έφτιαξε ο ίδιος στο κελί του» ήταν η απάντηση.
- «Καλά!…Εντάξει!…» είπα χαμογελώντας, δίνοντας την εντύπωση πως δεν έδινα βάση στα λεγόμενα.
Βλέποντάς με να δυσπιστώ, βάλθηκαν να μου εξηγήσουν τη διαδικασία παραγωγής μούστου μέσα στη φυλακή. Ομολογουμένως η εφευρετικότητα ξεπερνούσε τη δικιά μου φαντασία. Τα φρούτα που τους μοίραζαν στο γεύμα, μαζί με ψίχα απ’ το ψωμί, μέσα σε νάιλον διάφανη σακούλα, όπου ο ζωοδότης ήλιος θα βοηθούσε στη ζύμωση, μπορούσε να δώσει αλκοόλ, μέχρι πέντε έως έξι βαθμούς, αναλόγως την περίπτωση.
Για τη φυλακή, η κατοχή ενός τέτοιου πολύτιμου αγαθού, ήταν βάλσαμο στις μαυρισμένες ψυχές αυτών των ανθρώπων. Η ιεραρχία στην κοινωνία των εγκλείστων έχει τα ρίσκα της. Η αποδοχή μέσα σε μια τέτοια κοινωνία είναι πολύπλοκη συνιστώσα διαφόρων παραγόντων.
Βέβαια το αποτόλμημα θεωρούταν βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρούταν με αυστηρά απομόνωση στο πειθαρχείο, αποκλεισμό του κρατούμενου από κάθε ευεργετική διαδικασία εντός της φυλακής και φυσικά αναστολή του δικαιώματος αδείας, όταν ο κρατούμενος είχε τις προϋποθέσεις της ευεργεσίας του νόμου.
Πέρασε μια βδομάδα περίπου και μια μέρα καθώς έμπαινα στην αίθουσα, ένα διπλωμένο χαρτάκι περνούσε με τρόπο στο χέρι μου. Ήταν σημείωμα απ’ το Σάββα, το προσκόμισε συγκρατούμενός του που παρακολουθούσε το πρόγραμμα.
Ο Σάββας είχε βγει απ’ την απομόνωση και ζητούσε την παρέμβασή μου προς τη διοίκηση της φυλακής, για να συνεχίσει το πρόγραμμα, έστω και χωρίς να ευεργετηθεί με μεροκάματα.
Ήταν συγκλονιστικό!.. Ζητούσε τη δικιά μου παρέμβαση για ένα θέμα που ήταν έξω απ’ τη δικά μου δικαιοδοσία. Ποίος ήμουν εγώ που μπορούσα να παρέμβω σε μια καθαρά υπόθεση της φυλακής!…Κι ύστερα, ήταν σωστό ν’απογοητευτεί ένας άνθρωπος που μόλις προσπαθούσε να αναστηθεί απ’ το βούρκο της εξάρτησης.
Απ’ τη μια μεριά είχα την ικανοποίηση πως είχα πετύχει το σκοπό μου. Είχα γίνει αποδεκτός απ’ αυτή την ευαίσθητη κοινωνική ομάδα των εγκλείστων κι είχα ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον αυτού του ανθρώπου για ζωή. Απ’ την άλλη ένιωθα τρομερά ανίσχυρος απέναντι σ’ ένα σωφρονιστικό σύστημα που’χε τη δικιά του λογική και η οποία ήταν καθ’ όλα σεβαστή.
Το θέμα είχε να κάνει με την εφαρμογή του εσωτερικού κανονισμού και μάλιστα για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Οι εκπτώσεις σ’ ένα τέτοιο θέμα ισοδυναμούσαν στην αυτοκατάργηση του κανονισμού, με απρόβλεπτες συνέπειες σε μελλοντική εφαρμογή του.
Οι ισορροπίες ήταν πολύ λεπτές και το αντιλαμβάνονταν όλοι. Οποιαδήποτε παρέμβαση από μέρους των εκπαιδευτών, σίγουρα θα την έβλεπαν με καχυποψία.
Συζητήσαμε το θέμα με τον Ηλία κατά την επιστροφή απ’ τη φυλακή, για να δούμε αν και με ποίον τρόπο θα μπορούσαμε να κάνουμε κάποια προσπάθεια. Ο εξονυχιστικός έλεγχος κάθε φορά που μπαίναμε στη φυλακή, αν κι αναγκαίος σ’όλες τις περιπτώσεις, ήταν ανασταλτικός παράγοντας για όποια οικεία προσέγγιση, άρα οποιαδήποτε παρέμβαση έπρεπε να γίνει μέσου του φορέα που’χε την ευθύνη του εκπαιδευτικού προγράμματος.
Η Τούλα η Σορώκου, ένας εξαίρετος άνθρωπος με πολλά χαρίσματα, ήταν ο σύνδεσμός μας με το φορέα που διεξήγαγε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Κατασυγκινήθηκε μόλις έμαθε για το ζήτημα. Την επομένη και οι τρεις μας βρισκόμασταν στο γραφείο της κοινωνικής λειτουργού στο σωφρονιστικό κατάστημα. Οι χειρισμοί, με πολλή διπλωματία. Ο Διευθυντής, ένας καλοσυνάτος κύριος, μας άκουσε με προσοχή. Τα επιχειρήματά μας εύστοχα. Ωστόσο φύγαμε χωρίς να πάρουμε θετική απάντηση. Ήταν καθαρά θέμα του συμβουλίου της φυλακής.
Τρεις μέρες αργότερα ο Σάββας προσερχόταν κανονικά στην ώρα του για το μάθημα. Κοιταχτήκαμε ίσια στα μάτια…Για μερικά δευτερόλεπτα είπαμε τόσα πολλά χωρίς να βγάλουμε λέξη!…Δε χρειαζόταν άλλωστε!…Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν στο μέσον της απόστασης, θρυμμάτισαν το γυάλινο τοίχο που μας χώριζε και η ματιά του καθενός διείσδυσε δυναμικά στη ψυχή του αλλουνού, μεταφέροντας απέραντα μηνύματα ανθρωπιάς. Μου έσφιξε με θέρμη το χέρι κι ένα υπόκωφο «ευχαριστώ» ανασύρθηκε απ’ τα βάθη της ψυχής του, ίσια για να ακουστεί ελαφρά στα αυτιά μου. Στο πρόσωπό του, χαραγμένα ανάμικτα συναισθήματα. Μειλίχια χαρμολύπη από ένα άνθρωπο, που πρόδωσε αλλά και προδόθηκε, που αδίκησε αλλά και αδικήθηκε, που αισθάνθηκε πόνο αλλά και συναισθάνθηκε αγάπη.
Λίγους μήνες αργότερα ο Σαββάς ζήτησε απ’ τη διοίκηση της φυλακής την μεταφορά του στις φυλακές Θήβας, με παράλληλη ένταξη στο πρόγραμμα απεξάρτησης του ΟΚΑΝΑ.
Τέσσερα δημιουργικά χρόνια, σηματοδότησαν τη θητεία μου στην εκπαίδευση ενηλίκων. Κάθε επαφή με την ομάδα των εγκλείστων ήταν παράλ-ληλα μια ξεχωριστή εμπειρία. Οι συνθήκες σε ωθούσαν να πετάξεις την μάσκα της όποιας φκιασιδοτής συμπεριφοράς, να βάλεις σε δοκιμασία τα όρια της δικιάς σου κουλτούρας, να παλέψεις με μια πραγματικότητα, που κτυπούσε κόκκινο στους συμβιβασμούς της κοινωνίας, όπως τους εννοούμε οι περισσό-τεροι. Χρόνια παραγωγικά, γεμάτα ουσιαστική επικοινωνία, με εμφανή ταυτό-χρονα την αποδοχή του έργου μου, απ’ τους επιστημονικούς υπεύθυνους, του φορέα που συντόνιζαν την εκπαιδευτική διαδικασία. Συστατικό απαραίτητο, για να μην προσπερνάς με εγκληματική αβελτηρία την ανθρώπινη υπόσταση, όταν νομίζεις πως αυτή δε σου είναι χρήσιμη. Έτσι θα βρεις το σθένος να σκύψεις πάνω στον πόνο, στην εγκατάλειψη, στην περιθωριοποίηση, για να φυτέψεις ελπίδα, να χτίσεις σκάλα για ν’ ανέβει ο συνάνθρωπός σου, απ’ το ανήλιαγο υπόγειο του καταχθόνιου ζόφου των ναρκωτικών και της εξάρτησης, στο φως της ζωής, της χαράς, της προσδοκίας για το καλύτερο, δίνοντας επιπλέον, λίγο απ’ αυτό το κάτι, που σου εμφύτευσε απλόχερα ο Δημιουργός και που περιμένει από σένα να το ενεργοποιείς σε κάθε σου πράξη, σε κάθε σου σκέψη, σε κάθε σου δραστηριότητα!.. κι αυτό το κάτι, δεν είναι τίποτα άλλο από ΑΓΑΠΗ.
Πολλές φορές που φέρνω στο μυαλό μου, τις εμπειρίες που αποκόμισα απ’ τη θητεία μου στην εκπαίδευση μέσα στις φυλακές, αναλογίζομαι κι αναρωτιέμαι, χωρίς να περιμένω απάντηση, μήπως τελικά διδάχθηκα πολλά περισσότερα από όσα τυπικά κλήθηκα να διδάξω;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου