Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ

Διήγημα

«Γράφει ο: Ευθύμιος Χαρ. Ταλάντης»

«Αυτή είναι, είμαι σίγουρος!… Δεν μπορεί, αυτή πρέπει να’ναι!…» Την κοιτούσα τόσο επίμονα κι διερευνητικά, που μάλλον τ’αντιλήφθηκε. Γύρισε αδιάφορα το πρόσωπό της προς την κατεύθυνση που’ρχονταν τ’ αυτοκίνητα. Κάτι έδειχνε να ψάχνει. Ταξί, λεωφορείο, τρόλεϊ, δεν ήμουν βέβαιος.

Στο προφίλ ήμουν ακόμα πιο σίγουρος πως ήταν Αυτή. Έκαμα μια κίνηση να την πλησιάσω, να της μιλήσω…. Δίστασα!

«Κι αν δεν είναι, τι θα υποθέσει; Μήπως πως είμαι απ’ αυτούς που θέλουν απλά να πιάσουν κουβέντα; Άσε, σιγουρέψου πρώτα!…»

Θολές μνήμες. Σκιές ξεπροβάλουν, βγαλμένες σαν από μουντό φθινοπωρινό πούσι. Ταξιδευτάδες απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια, αναστήθηκαν μέσα μου. Αδυνατώ να τους διακρίνω εμφανώς. Προσπαθώ, αλλά όσο βασανίζω το μυαλό μου, τόσο αυξάνεται η δυσπιστία.

Καλύτερα να της είχα μιλήσει απ’ την αρχή. Ο αυθορμητισμός θα αντικατόπτριζε την αυθεντικότητα και την αγνότητα των προθέσεών μου. Τώρα ήταν αργά. Η συναισθηματική φόρτιση π’ άναψε μέσα μου θα με πρόδιδε και θα φερόμουν αδέξια.

Ο Δημήτρης αργούσε να ’ρθει κι ήμουν αναγκασμένος να βασανίζομαι!… «Να της μιλήσω, ή όχι;». Το ραντεβού ήταν για τις πέντε το απόγευμα, στη στάση Ζωοδόχου Πηγής, δίπλα στην εκκλησία, αλλά αυτός είχε αργήσει.

Τ’ αυτοκίνητα ανέβαιναν με ταχύτατο ρυθμό την Ακαδημίας κι ο Δημήτρης καθυστερούσε. Είχε κίνηση. Κάθε φορά που σταματούσε κάποιο λεωφορείο ή τρόλεϊ, προσπαθούσα με αδημονία να τον εντοπίσω στο πλήθος π’ αποβιβάζονταν. Θα έδινε τέλος στο λογισμό μου «Να της μιλήσω, ή όχι;» κι αυτό με’κανε ν’ ανησυχώ ακόμα περισσότερο για την αργοπορία του.

Αυτή εκεί... Περίμενε… Το ίδιο πλουσιοπάροχο ίσιο κοντό καρέ, ως τον ώμο, με μικρή φράντζα που σκέπαζε το μέτωπο κι άφηνε να ξεπροβάλει τ’ ολοστρόγγυλο μουτράκι της. Στο κατάμαυρο χρώμα, διακρίνονταν στη χωρίστρα η φύτρα π’ άσπριζε.
Γυαλίστηκα στο τζάμι της στάσης. Όχι πως δε το’χα προσέξει, αλλά στα σαράντα επτά μου, το κεφάλι άσπριζε αισθητά. Πως πέρασαν τα χρόνια; Είκοσι επτά χρόνια από τότε!
«Θα της μιλήσω!…» Έκανα μισό βήμα μπροστά, κοντοστάθηκα. Το μετάνιωσα. «Κι έπειτα πως θα δικαιολογηθώ στη Διονυσία!…Έλα καλέ περασμένα αυτά. Μια καλησπέρα θα πεις! Εξάλλου δεν είναι υποχρεωτικό ν’ αναφέρεις πως συναντηθήκατε. Όχι, όχι, όχι!…Δεν είμαι αυτής της πάστας εγώ. Τουλάχιστον να σιγουρευόμουν πως είναι Αυτή!»

........

Το πλήρες κείμενο του διηγήματος στο Βιβλίο «Κρουσταλάγματα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΗΛΟΣ τηλ.: 210 9422075


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου